Άργησα, αλλά την είδα. Την «Πόρνη από πάνω»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΛΕΜΟΝΤΖΗ

Μετράει ήδη οκτώ γεμάτα χρόνια. Στο σανίδι. Αυτή η πόρνη, η «από πάνω». Όχι στο κρεβάτι ούτε στον δρόμο με τα κόκκινα φανάρια. Αυτή η πόρνη, η κατ’ ουσία «από πάνω» πόρνη, δεν έχει τα φαντεζί φτιασιδώματα, δεν έχει ζαρτιέρες κι ανοικτό, ξέχειλο μπούστο, δε ζει σε λαϊκή γειτονιά, δεν έχει ταρίφα. Είναι σκέτα, από πάνω. Γι’ αυτό έγινε θρύλος ως «πουτάνα ζωή». Έγινε και τραγούδι από ευμεγέθεις συνθέτες, έγινε και έργα. Ένα, απ’ τον Αντώνη Τσιπιανίτη.

Πετυχημένο έργο με «γάντι» τίτλο. Δηλαδή, εύστοχο, καίριο, ευφάνταστο, ευρηματικό, εύστροφο, ευσχήμονα αλλά όχι εύσχημο. Επειδή η ευπρέπεια διδάσκεται. Και η ζωή –δάσκαλος, πρώτα σου ανοίγει τα κιτάπια της κι ύστερα τα σχολικά βιβλία.

Αυτή η πόρνη, η από πάνω, γεμίζει θεατρικές αίθουσες, όπως τώρα το «Αριστοτέλειον», εδώ και χρόνια. Κάθε φορά οι θεατές ανακαλύπτουν κοινά σημεία μαζί της, επειδή η ελληνική πραγματικότητα ξεδιπλώνεται από την πένα του Αντώνη Τσιπιανίτη και μας δείχνει το πρόσωπο μιας κοινωνίας που, αφενός αποστρεφόμαστε και αφετέρου κρύβουμε κάτω από το φθαρμένο χαλί της ηθικής μας.

Πιο σωστά, ο ευφυής συγγραφέας ξεβρακώνει ανενδοίαστα την υποκριτική κοινωνία, τη σερβίρει με μπόλικο χιούμορ και ζουμερές αλήθειες και το κοινό γλεντάει απενοχοποιημένα. Με θόρυβο, με χειροκροτήματα, με τρανταχτά γέλια. Κυρίως, με μια ανακουφιστική δικαίωση για όσα ανέντιμα ξέρει και δεν τολμά να καταγγείλει δημόσια. Για όσα φοβάται να δείξει με το δάχτυλο. Για κείνα, τα άτιμα, που συμμετέχει και σφυρίζει αδιάφορα και γι όλα αυτά που δεν αγγίζει ο χρόνος. Τη διαφθορά, την ανοχή, το συμφέρον της σιωπής, τον φόβο της εκδίκησης. Δηλαδή, όλες τις παθογένειες που μαστίζουν μια σύγχρονη Ελλάδα. Μια χώρα που ατενίζει το μέλλον με ακτίνες led, με smart συσκευές, με υψηλής ποιότητας τεχνολογικές ανακαλύψεις, αλλά αλληθωρίζει ηθελημένα προς το βαθιά ριζωμένο αρχέτυπο της πατριαρχικής νοοτροπίας, του κυρίαρχου αρσενικού, της εύκολης χειραγώγησης και της ελευθερίας ηθών.

Ένα κείμενο και, μάλιστα μονόλογος, σπάει το φράγμα του χρόνου για σχεδόν μια δεκαετία, ενώ τα περισσότερα σύγχρονα έργα «σβήνουν» σε λίγες εβδομάδες, έστω μήνες. Η αλήθεια που πρεσβεύει, σε συνδυασμό με την πραγματική γλώσσα, τη χωρίς εντυπωσιασμούς, με την σκηνοθετική απλή, γήινη ματιά του Σταμάτη Πατρώνη και με το ρεσιτάλ ερμηνείας της Κατερίνας Διδασκάλου δημιουργούν ένα χρονικό ελιξίριο.

Η Ερατώ, το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, είναι η εν δυνάμει μητέρα μας, η αδερφή μας, η γειτόνισσά μας, η συνάδελφός  μας, εμείς οι ίδιοι. Είναι η γυναίκα που υποφέρει τα πάνδεινα, προκειμένου να συνεχίσει να ζει με την ελπίδα ενός καλύτερου αύριο. Παλεύει, πέφτει, σηκώνεται και, μαζεύοντας τα κομμάτια της, αναζητεί ξανά το φως. Σχεδόν αμπαρωμένη σ’ ένα διαμέρισμα, μακριά απ’ την ζωή, αναζητά τη ζωή. Ο άνδρας –αφέντης της, της ευνουχίζει τα όνειρα, της δεσμεύει την ελευθερία, της στερεί βίαια τη μητρότητα και κείνη υπάρχει μονάχα στον πλασματικό της κόσμο. Δικαιολογεί τις πράξεις του, μα και επαναστατεί, όταν ο πόνος πιάνει κόκαλο. Μόνη συντροφιά στον εγκλεισμό της τα βογγητά πόθου τής  πόρνης στο πάνω όροφο. Την ακούει απ’ το υπνοδωμάτιό της, τη φαντάζεται, τη ζηλεύει, την νιώθει, τη συμμερίζεται.

Το κείμενο του Αντώνη Τσιπιανίτη είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας μας, έχει γωνίες με εκπλήξεις, αλλά αντικατοπτρίζει την πραγματική ζωή.

Μία γυναίκα από την Πρέβεζα ακολουθεί τον αστυνομικό σύζυγό της στην Αθήνα. Μένει σ’ ένα τυπικό διαμέρισμα του κέντρου. Στο από πάνω διαμέρισμα διαδέχεται τους Πακιστανούς μετανάστες, που συμμετέχουν ακούσια στην ιστορία, μία πόρνη.

Το δράμα μιας χώρας εκτυλίσσεται στη σκηνή παράλληλα με την τραγωδία της γυναίκας από την Επαρχία. Ο θεατής σύντομα συμμαζεύει σε μια άκρη του μυαλού του την ιστορία, τα μηνύματα, την καταπίεση, την πόρνη, τον αστυνομικό, τον πόνο της Ερατώς. Επειδή η ερμηνεία της Κατερίνας Διδασκάλου καθηλώνει και υπερέχει όλων.

Παρακολουθούμε τη ροή του έργου ακολουθώντας την έκφραση του προσώπου της. Και τις μετάπτωσης της. Γελάει και συμπαρασύρει όλη την αίθουσα σε μια απίστευτη ιλαρότητα. Λυπάται, αγανακτεί, εξανίσταται, διακωμωδεί, χλευάζει, πονά, κλαίει και συμπάσχει το κοινό, θορυβωδώς. Αυθόρμητα και ειλικρινά.

Ο μονόλογος, ίσως να πείτε, είναι μόδα που επικρατεί για συγκεκριμένους λόγους. Είτε οικονομικούς, είτε αυταρέσκειας ή επιδειξιομανίας. Πιθανώς ναι, αλλά εδώ η εξαιρετική ηθοποιός Κατερίνα Διδασκάλου, δεν αναλώνεται σε ανούσιες σωματικές δράσεις, δεν καταφεύγει σε αλλεπάλληλες, περιττές αλλαγές κοστουμιών, μόνο στη μια- συμβολική – όταν πετάει το μαύρο του πένθους και ενδύεται το κόκκινο της ζωής, του αίματος που κυλά σε φλέβες. Κι η ερμηνεία της – πολύ μακριά από την εξαιρετική τηλεοπτική «Μυρσίνη» – είναι αυτή που μας κρατά δέσμιους στα εβδομήντα λεπτά της παράστασης. Όχι με το ελάχιστο, αλλά με το ουσιώδες.

Πρόκειται για έναν απολαυστικό μονόλογο, για ένα κείμενο συνταρακτικά επίκαιρο, για μια ερμηνεία πολυκύμαντη. Η σημαντική ερμηνεύτρια φέρνει στην επιφάνεια την αδιάκοπη ροή σκέψεων, εικόνων, αναμνήσεων, συνειρμών και εντυπώσεων, που διασχίζουν την ψυχή και το νου της ηρωίδας, σα να ήταν δυνατόν να διατυπωθούν όλα αυτά αυτόματα σε λόγο, ακριβώς τη στιγμή που γεννιούνται.

Δικαίως αποθεώνεται στον χαιρετισμό. Πιστεύω ότι αυτή η «Πόρνη από πάνω» δεν τελείωσε τη διαδρομή της κι έχει κάμποσες στάσεις, ακόμη.

Συντελεστές

Κείμενο: Αντώνης Τσιπιανίτης

Σκηνοθεσία: Σταμάτης Πατρώνης
Φωτισμοί: Ελένη Αναγνωστοπούλου
Καλλιτεχνική επιμέλεια: Μηνάς Μινατσής
Κοστούμια: Δημήτρης Ανδριανός
Μουσική επιμέλεια: Μιχάλης Ρουμπής, Ιωάννης-Ιόλαος Μανιάτης
Βοηθός σκηνοθέτη: Μιχάλης Ρουμπής
Επιμέλεια σκηνικού: Ματθαίος Δαμίγος

ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ