Έντονη ανησυχία έχει προκαλέσει στους φορολογούμενους, η είδηση ότι κινδυνεύουν να κληθούν να πληρώσουν άδικα επιπλέον φόρο εισοδήματος, παρά το ότι κατέβαλαν κατά τη διάρκεια του 2017 σημαντικά ποσά καταναλωτικών δαπανών, μέσω ηλεκτρονικής τραπεζικής (e-banking), σε ιδιωτικές επιχειρήσεις για το «χτίσιμο» του αφορολογήτου τους.  

Όπως έγινε γνωστό την Τετάρτη (3/1) οι δαπάνες τους αυτές είναι πολύ πιθανό να μη «μετρήσουν» τελικά για την κατοχύρωση του αφορολόγητου ορίου των 8.636 έως 9.545 ευρώ, με συνέπεια να εμφανιστούν ότι δεν έχουν καλύψει τα ποσά ηλεκτρονικών πληρωμών που απαιτούνται με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, ώστε να δικαιούνται ολόκληρο το ισχύον κατά περίπτωση αφορολόγητο όριο!

Απειλή φόρου 22%, επειδή οι τράπεζες δεν μπορούν να ξεχωρίσουν αν η μια μεταφορά μέσω e-banking αφορά δαπάνη για αφορολόγητο ή προσωπική συναλλαγή μεταξύ φορολογουμένων

Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα να απειλούνται να χρεωθούν με φόρο 22% επί των ποσών που θα εμφανίζονται ότι άφησαν ακάλυπτα. Ορισμένα έξοδα που έχουν εξοφλήσει μισθωτοί, συνταξιούχοι και κατ’ επάγγελμα αγρότες μέσω e-banking κατά τη διάρκεια του 2017 δεν μπορούν αυτή τη στιγμή να συνυπολογιστούν στο σύνολο των δαπανών που θα ληφθούν υπόψη για την κάλυψη των αφορολόγητων ορίων τους.

Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι μέχρι στιγμής οι τράπεζες δεν είναι σε θέση να ξεχωρίσουν αν μια μεταφορά ποσού σε λογαριασμό μέσω e-banking είναι δαπάνη που καλύπτει το αφορολόγητο ή αν πρόκειται απλώς για προσωπική συναλλαγή μεταξύ δύο φορολογουμένων.

Η αδυναμία διάκρισης των ποσών που μεταφέρονται στους τραπεζικούς λογαριασμούς πολλών ιδιωτικών επιχειρήσεων οφείλεται στο γεγονός ότι οι επιχειρήσεις αυτές δεν έχουν ακόμη δηλώσει στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων τους επαγγελματικούς τους λογαριασμούς, δηλαδή τους τραπεζικούς λογαριασμούς που χρησιμοποιούν αποκλειστικά για να υποδέχονται πληρωμές από τους πελάτες τους.

Ν. Κλειτσιώτης: Θέμα που πρέπει να το δει πολύ σοβαρά το υπουργείο Οικονομικών και να το λύσει πριν αρχίσουν να υποβάλλονται οι φορολογικές δηλώσεις

«Είναι γεγονός ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος πληρωμής επιπλέον φόρου για άτομα που έχουν κάνει τις αγορές τους μέσω κάρτας, καθώς αυτό δεν φαίνεται στο σύστημα. Αυτό γιατί πολλές επιχειρήσεις δεν έχουν βάλει επαγγελματικό λογαριασμό κι έτσι δεν φαίνεται ότι έγιναν αυτές οι αγορές μέσω κάρτας. Είναι ένα θέμα που θα πρέπει να το δει πάρα πολύ σοβαρά το υπουργείο Οικονομικών, για να μη βρεθεί πολύς κόσμος προ εκπλήξεως και πληρώσει το «πέναλτι» που είναι δεδομένο, αν δεν έχεις αγοράσει ένα μέρος προϊόντων μέσω κάρτας. Ο χρόνος κυλά, αρχές Απριλίου θα αρχίσουν να υποβάλλονται οι φορολογικές δηλώσεις, γι’ αυτό άμεσα θα πρέπει να δοθεί λύση στο ζήτημα, για να ησυχάσουν και οι φορολογούμενοι», τόνισε με δηλώσεις που έκανε στον «Ενήμερο» και στο Kavala Web News για το θέμα, ο οικονομολόγος, Ντίνος Κλειτσιώτης.

Η περίπτωση με το πλαστικό χρήμα, όπως πολλά πράγματα στη χώρα, στήθηκε στο γόνατο

«Πραγματικά πολλά πράγματα στη χώρα μας στήνονται στο γόνατο. Έτσι κι αυτή η περίπτωση με το πλαστικό χρήμα, δεν στήθηκε όπως έπρεπε. Από την αρχή έπρεπε να υποχρεωθούν όλοι οι επαγγελματίες να έχουν επαγγελματικό λογαριασμό και άμεσα ο κάθε φορολογούμενος που ψωνίζει με κάρτα να βλέπει τι ποσά έχουν περαστεί για το αφορολόγητό του», ανέφερε καταληκτικά στις δηλώσεις του ο κ. Κλειτσιώτης.

Όπως διαβεβαίωναν την Τρίτη (2/1) αρμόδιες πηγές του υπουργείου Οικονομικών, από τη στιγμή που όλες οι επιχειρήσεις θα έχουν δηλώσει τους επαγγελματικούς τους λογαριασμούς θα καταστεί δυνατό στις τράπεζες να εντοπίζουν τις καταναλωτικές δαπάνες που πραγματοποίησαν οι φορολογούμενοι μέσω e-banking και να τις συνυπολογίζουν κι αυτές στο σύνολο των δαπανών που λαμβάνονται υπόψη για την κατοχύρωση των αφορολόγητων ορίων.
Μόνο όσοι έχουν αποθηκεύσει στους υπολογιστές τους τα αποδεικτικά των δαπανών τους αυτών, με συγκεκριμένη σαφή περιγραφή τους, θα έχουν ενδεχομένως τη δυνατότητα να αποδείξουν ότι τις πραγματοποίησαν και θα μπορούν να τις επικαλεστούν κι αυτές κατά την υποβολή των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2017, ώστε να μη χάσουν το δικαίωμα κατοχύρωσης των συνολικών ποσών των αφορολόγητων ορίων που τους αναλογούν.